ἐρημολάλος

ἐρημο-λάλος [pron. full] [ᾰ], ον,
A chattering in the desert, μοῦσα (of the τέττιξ) ib.196 (Mel.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερημολάλος — ἐρημολάλος, ον (Α) αυτός που λαλεί, που τερετίζει στην ερημιά, στη μοναξιά («ἐρημολάλος τέττιξ», Ανθ. Παλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ερημο (< έρημος*) + λάλος] …   Dictionary of Greek

  • ἐρημολάλον — ἐρημολάλος chattering in the desert masc/fem acc sg ἐρημολάλος chattering in the desert neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έρημος — Με τον όρο έ. εννοείται στη φυσική γεωγραφία μια περιοχή με ξηρό κλίμα που χαρακτηρίζεται από μεγάλη σπανιότητα ατμοσφαιρικών κατακρημνισμάτων (το μέγιστο ετήσιο ύψος βροχής ανέρχεται γενικά σε 200 250 χιλιοστά), τα οποία κατανέμονται πολύ… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.